ευαίσθητος

ευαίσθητος
η , ο [ος , ον ]
1) чувствительный, восприимчивый; впечатлительный; сентиментальный;

ευαίσθητος εις το ψύχος — чувствительный к холоду;

2) чувствительный, очень точный (о приборах);

ευαίσθητος ζυγός — чувствительные весы;

3) чуткий, отзывчивый

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "ευαίσθητος" в других словарях:

  • εὐαίσθητος — with quick senses masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευαίσθητος — η, ο (ΑΜ εὐαίσθητος, ον) αυτός που έχει ευερέθιστα αισθητήρια (δηλ. αντιλαμβάνεται γρήγορα τους εξωτερικούς ή εσωτερικούς ερεθισμούς και αντιδρά σ αυτούς), ο ευπαθής, ο εύθικτος νεοελλ. 1. αυτός που επηρεάζεται εύκολα από διάφορες καιρικές… …   Dictionary of Greek

  • ευαίσθητος — η, ο 1. αυτός που επηρεάζεται εύκολα, αλλ. ευπαθής. 2. για όργανα μέτρησης, αυτός που δείχνει μεγάλη ακρίβεια: Ευαίσθητη ζυγαριά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐαισθητότερον — εὐαίσθητος with quick senses adverbial comp εὐαίσθητος with quick senses masc acc comp sg εὐαίσθητος with quick senses neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐαισθητοτέρων — εὐαίσθητος with quick senses fem gen comp pl εὐαίσθητος with quick senses masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐαισθητότατον — εὐαίσθητος with quick senses masc acc superl sg εὐαίσθητος with quick senses neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐαισθήτως — εὐαίσθητος with quick senses adverbial εὐαίσθητος with quick senses masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐαίσθητον — εὐαίσθητος with quick senses masc/fem acc sg εὐαίσθητος with quick senses neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐαισθητοτάτους — εὐαίσθητος with quick senses masc acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐαισθητοτέροις — εὐαίσθητος with quick senses masc/neut dat comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐαισθητοτέρους — εὐαίσθητος with quick senses masc acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»